Βαρύ ήταν το υλικό και ανθρώπινο κόστος του Εμφυλίου….

Αποψη/Πολιτικη

Toυ
Τάκη Λαζαρίδη*

Με αφορμή τα εγκαίνια του Μουσείου Μπελογιάννη θα ήθελα, δεδομένου ότι υπήρξα αυτός που έζησε μαζί του τις τελευταίες μέρες, τις τελευταίες του στιγμές, να σημειώσω τα εξής.

Α) Ο Μπελογιάννης υπήρξε αναμφισβήτητα μια ηρωική φυσιογνωμία, μια από τις μορφές εκείνες που σπάνια αναφαίνονται στον τόπο και στον χρόνο. Ηταν ένα θαρραλέος και ανιδιοτελής αγωνιστής, που έδωσε τη ζωή του (ενώ θα μπορούσε να σωθεί συμβιβαζόμενος), αγωνιζόμενος για υψηλά, πανανθρώπινα ιδανικά, για ελευθερία, δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι συνεπώς άξιος τιμής και σεβασμού, όμως έως εδώ. Διότι ταυτόχρονα ήταν και ένας πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης που με τη δράση του πλήγωσε, άθελά του έστω, την πατρίδα. Πολέμησε στον Εμφύλιο, αποκλειστικά υπεύθυνοι για τον οποίο ήμασταν εμείς. Και όταν λέω εμείς, εννοώ ο Ζαχαριάδης και η παρέα του, που δρούσαν πάντοτε κατ’ εντολήν της Μόσχας.

Η τραγωδία μας, που είναι βέβαια και τραγωδία του Μπελογιάννη, συνίσταται στο ότι νομίζαμε ότι πολεμούσαμε για υψηλά ιδανικά, ενώ στην πραγματικότητα πολεμούσαμε και δίναμε τη ζωή μας για την προώθηση των στόχων της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής.

Βαρύ ήταν το υλικό και ανθρώπινο κόστος του Εμφυλίου. Τον πληρώσαμε εμείς, όμως ταυτόχρονα τον πλήρωσαν και πολλοί αθώοι.

Είχαμε κάθε δικαίωμα να θυσιάσουμε τη ζωή μας καταπώς θέλαμε, δεν είχαμε όμως κανένα δικαίωμα να θυσιάσουμε τις ζωές αθώων συμπατριωτών μας. Δεν μας πρέπουν, λοιπόν, τιμές και μνημεία. Και αντί για εγκαίνια μνημείων, που ως μόνο αποτέλεσμα έχουν να διχάζουν και να αναζωπυρώνουν τα πάθη και τα μίση του παρελθόντος, θα έπρεπε εμείς οι παλιοί κομμουνιστές, και μαζί ο Τσίπρας και η παρέα του, να κρύψουμε το πρόσωπο από ντροπή και να κλάψουμε πικρά για το αδικοχαμένο αίμα των δικών μας αλλά και των αδελφών μας της άλλης πλευράς. Κι αν πάλι ο Τσίπρας ήθελε οπωσδήποτε να στήσει μνημεία, θα έπρεπε πρώτα να στήσει μνημείο για τον συνταγματάρχη Ψαρρό ή για τις μαρτυρικές μανάδες της Ηπείρου που εκτελέστηκαν γιατί ήθελαν να σώσουν τα παιδιά τους. Θα έπρεπε να επισκεφθεί πρώτα το στρατιωτικό νεκροταφείο της Καστοριάς και να αποθέσει ένα λουλούδι στη μνήμη των χιλιάδων αξιωματικών και των ανδρών του Ελληνικού Στρατού που έπεσαν στον Γράμμο και στο Βίτσι για να παραμείνει η πατρίδα μας ελεύθερη και δημοκρατική. Τόσο ελεύθερη και δημοκρατική, ώστε να μπορεί να γίνεται, με την ελεύθερη ψήφο του λαού, πρωθυπουργός και να κρατάει στα χέρια του τη μοίρα τη δική μας και των παιδιών μας!

Β) Με τα εγκαίνια του Μουσείου Μπελογιάννη προσπάθησε ακόμα μία φορά ο Τσίπρας, και ενώ θανάσιμοι κίνδυνοι περιζώνουν τη χώρα μας, να διαιρέσει, να διχάσει τους Ελληνες. Προσπάθησε για πολλοστή φορά να καταδείξει στο κομματικό του ακροατήριο ότι είναι γνήσιος απόγονος και συνεχιστής των Ζαχαριάδη, Σιάντου, Ιωαννίδη. Οτι στόχος του είναι να ολοκληρώσει το έργο που εκείνοι άφησαν ημιτελές. Ο,τι δεν πέτυχαν εκείνοι με τη δύναμη των όπλων, να το πετύχει τώρα αυτός με τη δύναμη της ψήφου.

Στόχος του, δεδηλωμένος και αμετακίνητος, η μετατροπή της χώρας μας σε Βενεζουέλα της Μεσογείου, η διαμόρφωση των αναγκαίων προϋποθέσεων ώστε να καταστεί αναπόφευκτη η αποχώρηση της χώρας μας από την Ε.Ε. και την ευρωζώνη.

Και για την επίτευξη του στόχου αυτού εργάζεται συστηματικά, επίμονα, μεθοδικά. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και σοβαρός και πρέπει να σημάνει εθνικός συναγερμός. Τα δημοκρατικά κόμματα οφείλουν να συνεργαστούν και να συντονίσουν τη δράση τους, ώστε να διαφυλαχθούν και να προστατευτούν τόσο η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας μας όσο και το δημοκρατικό μας πολίτευμα.

Συγγραφέας, συγκατηγορούμενος

 του Νίκου Μπελογιάννη

.dimokratianews.gr

 

Ποιος είναι ο Τάκης Λαζαρίδης. Μερικοί ασφαλώς έχουν ξανακούσει αυτό το «ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι». Είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που έγραψε και κυκλοφόρησε πριν από 20 χρόνια και έκτοτε επαναλαμβάνεται με μια ειρωνική τραγικότητα σε πολλές συζητήσεις, ιδιαίτερα αριστερών. ΄Η από δεξιούς με θριαμβευτική έπαρση. Για τους πρώτους είναι συντριβή και αυτομαστίγωμα, για τους δεύτερους δικαίωση.

Ο Τάκης Λαζαρίδης όμως έχει την ιστορία του και αυτή λίγοι πλέον τη γνωρίζουν ή τη θυμούνται. Στη δεύτερη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη στο Στρατοδικείο, το 1952, στο ίδιο εδώλιο καθόταν ένας νέος, εικοσάρης τότε, με στολή στρατιώτη. Ηταν ο Τάκης Λαζαρίδης. Καταδικάστηκε σε θάνατο και μαζί με τους άλλους μελλοθάνατους κλείστηκε στην απομόνωση των Φυλακών Καλλιθέας και εκεί περίμεναν το εκτελεστικό απόσπασμα. Οι Φυλακές Καλλιθέας, ακριβώς απέναντι από τον Οίκο Τυφλών, στην οδό Θησέως, δεν υπάρχουν πια. Κατεδαφίσθηκαν αργότερα και στη θέση τους κτίσθηκε σχολείο. Καμιά αντίρρηση. Κρίμα μόνο, γιατί ήταν ένα ενδιαφέρον παλιό κτίριο και τόπος ενός δράματος της εποχής εκείνης.

Τελικά εκτελέσθηκαν, στα τέλη Μαρτίου του 1952, μόνο ο Μπελογιάννης, ο Μπάτσης, ο Καλούμενος και ο Αργυριάδης. Το πρωί που πήγε να τους πάρει το εκτελεστικό απόσπασμα ο επίτροπος διάβασε και το βασιλικό διάταγμα, με το οποίο απονεμόταν χάρη στον Τάκη Λαζαρίδη, λόγω του νεαρού της ηλικίας και η θανατική καταδίκη μετατρεπόταν σε ποινή ισοβίων δεσμών.

Εχει σημασία να σας πω ότι ο πατέρας του Τάκη Λαζαρίδη, ήταν ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς, μαζί με τους 200 κομμουνιστές την 1η Μαΐου 1944, στην Καισαριανή. Τη συντήρηση και την ανατροφή του Τάκη και της αδελφής του, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ουσιαστικά την ανέλαβε το ΚΚΕ. Θέλω να πω ότι μεγάλωσε και ανατράφηκε με οικογένεια το ΚΚΕ και θα υπέθετε κανείς ότι στους κόλπους του θα σταδιοδρομούσε…

Ο Τάκης όμως πήρε άλλο δρόμο. Μετά το δραματικό πρωινό στις Φυλακές Καλλιθέας ο Τάκης μεταφέρθηκε στις φυλακές Κεφαλονιάς, όπου έγκλειστος έζησε τον τρόμο των σεισμών και αργότερα στις Φυλακές Κέρκυρας, για να εκτίσει την ποινή των ισοβίων δεσμών. Ηταν σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στην ανάκριση, στο Στρατοδικείο και μετά στη φυλακή, όπου έμεινε συνολικά 14 και κάτι χρόνια. Πολύ ευγενής και μελετηρός…

Ποιος ξέρει πώς, αυτός ο σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στις απέραντες νύχτες του εγκλεισμού ξανασκέφθηκε τη ζωή του, τη ζωή των άλλων και τη ρημαγμένη οικογένειά του και έθεσε στον εαυτό του ριζικά και καταλυτικά ερωτήματα. Το πώς τελικώς απάντησε είναι ένα δεύτερο θέμα, άλλοι θα συμφωνήσουν και άλλοι, αλλού, θα διαφωνήσουν. Με αυτά τα ερωτήματα και με τις απαντήσεις έγραψε το «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», το οποίο κυκλοφόρησε ακριβώς πριν από 20 χρόνια. Το 1988, πριν ακόμη καταρρεύσει ο «υπαρκτός (και ταυτόχρονα ανύπαρκτος) σοσιαλισμός». Μετά την κατάρρευση και όταν βεβαιώθηκαν ότι ήταν οριστική, έγραψαν και άλλοι πολλά και διάφορα…

Τον γνώρισα την άνοιξη του 1964 στις Φυλακές Αιγίνης, όπου είχα μεταχθεί από τις Φυλακές Λευκάδας. Αποφυλακισθήκαμε το 1966. Είχε πάρει ήδη τις αποστάσεις του από το ΚΚΕ γενικά και από την κομματική ηγεσία της φυλακής, η οποία τον αντιμετώπισε σαν ένα ιδιόρρυθμο άνθρωπο. Δεν είχε, όμως, τίποτα να πει εναντίον του.

Στο «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», έθεσε καταλυτικά για την Αριστερά, όλων των αποχρώσεων, ερωτήματα. Κάνει πως δεν τα ακούει, θα ‘ρθει όμως η στιγμή να τα ακούσει.

Μέχρι τώρα η «αυτοκριτική» της Αριστεράς απαντάει ή προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: τι συνέβη, τι έφταιξε και δεν νικήσαμε. Πάνω σ’ αυτό το ερώτημα γράφτηκε από την Αριστερά ολόκληρη η Ιστορία, τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 1943 ώς την τελική συντριβή της, στρατιωτική και πολιτική, το 1949. Δεν σταμάτησε εκεί. Με τον ίδιο «καημό» της ήττας διαμορφώθηκε και η μετέπειτα πολιτική και ιστορία της ώς τις μέρες μας.

Σε αυτόν τον καμβά συσσωρεύτηκαν όλα τα γεγονότα, όλα τα πρόσωπα, όλες οι ιδέες, όλα τα «σφάλματα», όλες οι σχέσεις με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και με τους ξένους. Ο (απολεσθείς παράδεισος της «νίκης» διαμόρφωσε στερεότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, τα οποία ισχύουν και σήμερα και είναι πανίσχυρα. Ποτέ η Αριστερά, τουλάχιστον σε ηγετικό επίπεδο, δεν τόλμησε να αναρωτηθεί ειλικρινά τι θα εσήμαινε και τι σημαίνει αυτή η «νίκη» που απροσδόκητα χάθηκε και εξακολουθεί ακόμα να τη θρηνεί. Ιδιαίτερα η συγκλονιστική αποκάλυψη μετά την κατάρρευση του υπαρκτού και ταυτόχρονα ανύπαρκτου, θα έπρεπε λογικά να οδηγήσει την Αριστερά σε πλήρη ανατροπή της πολιτικής της, στη θεωρία και την πράξη. Οχι ότι μας χρειάζονταν οι αποκαλύψεις, όλοι ξέραμε τι ακριβώς συμβαίνει. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να θέσει το καταλυτικό ερώτημα. Και είναι πραγματικά ένα θέμα για να ερευνηθεί, πώς άνθρωποι που δεν φοβήθηκαν τίποτα στη ζωή τους, που έδειξαν απαράμιλλο θάρρος και ηρωισμό, φοβήθηκαν να ρωτήσουν και να αναρωτηθούν: τι πήγαμε να κάνουμε και ευτυχώς δεν μας άφησαν να το κάνουμε και να το αποτελειώσουμε;

Αυτό το ερώτημα έθεσε νωρίς ο Τάκης Λαζαρίδης, πρώτα στον εαυτό του και έπειτα, με το πρώτο του βιβλίο σε όλους τους άλλους. Οπως καταλαβαίνετε, είναι σαν να θέλει να ξαναγράψει την ιστορία της Αριστεράς. Ο Δεκέμβρης και ο Εμφύλιος, για παράδειγμα, ήταν θανάσιμες απειλές εναντίον της χώρας και του λαού και όχι ευκαιρίες «νίκης» που χάθηκαν. Και ευτυχώς, που αυτές οι απειλές αποκρούσθηκαν. Το «αστικό κράτος» και οι ξένοι, οι Αγγλοι πρώτα και κατόπιν οι Αμερικανικοί, συνέτριψαν την Αριστερά και την αιματοκύλησαν χωρίς αναστολές και ενδοιασμούς, όπως επιβάλλει ένας πόλεμος. Σώθηκε, όμως, η χώρα και ο λαός της δεν γνώρισε τις περιπέτειες που γνώρισαν άλλοι λαοί που εντάχθηκαν με τη βία σε ολοκληρωτικά συστήματα διακυβέρνησης.

Ο Τάκης Λαζαρίδης, όμως, δεν σταματάει εδώ. Αναρωτιέται και μας καλεί να αναρωτηθούμε τι μπορεί να σημαίνει σήμερα «σοσιαλισμός» και «σοσιαλιστική ανοικοδόμηση», στερεότυπα επαναλαμβανόμενα από τα δύο κόμματα της Αριστεράς. Και τι μπορεί να σημαίνει «καπιταλισμός» και πού μας οδηγεί.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

 

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*